Αξός

Sp Ãksas Ap Αξός/Axos L Š Graikija

Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė.

Look at other dictionaries:

  • ἄξος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αξός — I Αρχαία πόλη της Κρήτης, στον σημερινό νομό Ρεθύμνης, που ονομαζόταν στην αρχαιότητα και Όαξος, από τον Όαξο, εγγονό του Μίνωα. Ήταν πόλη πλούσια και υπήρχε έως τη βυζαντινή εποχή. Η Α. καταστράφηκε, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, από τους… …   Dictionary of Greek

  • ἄξω — ἄξος masc nom/voc/acc dual ἄξος masc gen sg (doric aeolic) ἄ̱ξω , ἄγνυμι break aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἄ̱ξω , ἄγνυμι break aor subj act 1st sg ἄ̱ξω , ἄγνυμι break fut ind act 1st sg ἄ̱ξω , ἄγνυμι break aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὦξος — ἄξος , ἄξος masc nom sg ὄξος , ὄξος poor wine neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξε — ἄξος masc voc sg ἄγω lead aor ind act 3rd sg (homeric ionic) ἄγω lead aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξοι — ἄξος masc nom/voc pl ἄ̱ξοῑ , ἄγνυμι break fut opt act 3rd sg ἄξοῑ , ἄγω lead fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξοις — ἄξος masc dat pl ἄ̱ξοις , ἄγνυμι break fut opt act 2nd sg ἄγω lead fut opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξοισι — ἄξος masc dat pl (epic ionic aeolic) ἄ̱ξοισι , ἄγνυμι break fut part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἄ̱ξοισι , ἄγνυμι break fut ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄγω lead fut part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἄγω lead fut ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξον — ἄξος masc acc sg ἄξων axle masc voc sg ἄγω lead aor imperat act 2nd sg ἄγω lead fut part act masc voc sg ἄγω lead fut part act neut nom/voc/acc sg ἄγω lead aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἄγω lead aor ind act 1st sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄξους — ἄξος masc acc pl ἄξων axle masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.